




Ομπρέλες
Ζογγολόπουλος Γιώργος (1903-2004)
1995 | 610 x 250 x 750 εκ
Ανοξείδωτο ατσάλι
Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
MCA.MMCA.C771
Δωρεά Πρόδρομου Εμφιετζόγλου και Αίνης Μιχαηλίδη
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΡΓΟΥ
Είδος έργου: Γλυπτό, Εγκατάσταση
Θέμα: Γλυπτική, Εγκατάσταση, Σύγχρονη τέχνη
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΡΓΟΥ
Ο Ζογγολόπουλος ξεκίνησε ως παραστατικός καλλιτέχνης πριν φτάσει τελικά σε αφηρημένα έργα. Αρχικά, το θέμα που προτιμούσε ήταν η ανθρώπινη φιγούρα. Ακολούθησαν έργα που βασίστηκαν σε κάθετη διάταξη γεωμετρικών όγκων σύμφωνα με τις αρχές του κονστρουκτιβισμού. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 στράφηκε στην κινητική τέχνη, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του φωτός και της κίνησης. Οι κατασκευές του από ανοξείδωτο χάλυβα ενσωμάτωσαν υλικά και αντικείμενα όπως μεγεθυντικούς φακούς, perspex, μεταλλικές ομπρέλες, καρφιά, πηγές και νερό, ενώ η μορφή του έργου καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την τυχαία κίνηση καθώς και από την εντύπωση του θεατή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η μεγάλη υδροκινητική κατασκευή Ομπρέλες τοποθετήθηκε πάνω από τη λεκάνη υδάτων στην μπροστινή είσοδο του MOMus-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (τότε Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης) κατά τη διάρκεια της έκθεσής του (1995). Επηρεασμένος από την Κινητική τέχνη, άρχισε να ενδιαφέρεται για την κίνηση στατικών γλυπτικών μορφών μέσω της συνεχούς ροής του νερού. Ο Ζογγολόπουλος σχεδίασε για το μουσείο μια μεγάλη εγκατάσταση με 45 ομπρέλες που εφαρμόζουν το κινητικό σύστημα που εφηύρε, αντλώντας νερό από μια υπολογισμένη αυλακωτή κατασκευή ανοξείδωτου χάλυβα που κινητοποιεί τα διατεταγμένα στοιχεία όταν το νερό χύνεται. Το γλυπτό, τοποθετημένο σε εξωτερικό χώρο, αλλάζει συνεχώς σχήμα, φως και ήχο ενώ κινείται, δίνοντας την ψευδαίσθηση της βροχής και μια μαγική αίσθηση σε ένα από τα πιο όμορφα γλυπτά της πόλης.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος γεννήθηκε το 1903 στην Αθήνα, όπου σπούδασε γλυπτική στην Α.Σ.Κ.Τ. με δάσκαλο τον Θ. Θωμόπουλο (1924-1930). Την περίοδο 1930-1938 εργάστηκε στο Αρχιτεκτονικό Τμήμα του Υπουργείου Παιδείας, στη συνέχεια παραιτήθηκε για να εντρυφήσει στη γλυπτική και το 1949 με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης μετέβη στο Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήρι του Marcel Gimond, και το 1952 ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. μετέβη στην Ιταλία, όπου ειδικεύθηκε στις τεχνικές της χαλκοχυτικής καθώς και τη ετρουσκική τέχνη. Υπήρξε μέλος της Sociéte Européene de Culture και του Εκτελεστικού της Συμβουλίου. Αρχικά τα έργα του υπήρξαν παραστατικά με επίκεντρο την ανθρώπινη μορφή πριν προχωρήσει προς την αφαίρεση, όπου δημιούργησε έργα του βασίστηκαν σε κάθετη διάταξη γεωμετρικών όγκων σύμφωνα με τις αρχές του κονστρουκτιβισμού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αξιοποιώντας τις δυνατότητες του φωτός και τις κίνησης στράφηκε προς την κινητική τέχνη, ενσωματώνοντας συχνά τα στοιχεία του νερού και του ήχου. Στις κατασκευές του από ανοξείδωτα χάλυβα χρησιμοποίησε παράλληλα ποικίλα υλικά και αντικείμενα, όπως μεγεθυντικούς φακούς, perspex, μεταλλικές ομπρέλες, καρφιά, πηγές και νερό, ενώ η μορφή του έργου καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την τυχαία κίνηση καθώς και από την εντύπωση του θεατή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, εκπροσώπησε την Ελλάδα 11 φορές σε διεθνείς διοργανώσεις, έλαβε πολλές επίσημες διακρίσεις, ενώ έργα του συναντώνται σε δημόσιους χώρους της Ελλάδας, της Ευρώπης και τις Αμερικής, καθώς και σε μουσεία, ιδιωτικές συλλογές κ.α. Πέθανε το 2004 στην Αθήνα.