Χωρίς τίτλο
Κλιούν Ιβάν (1873-1943)
περ. 1917 | 31.7 x 23.3 εκ
Γκουάς, μελάνι και ακουαρέλα σε χαρτί
Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης | Συλλογή Κωστάκη
MMA.CC.119
Αγορά του Ελληνικού Κράτους από τους κληρονόμους της οικογένειας Κωστάκη
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΡΓΟΥ
Είδος έργου: Σχέδιο
Θέμα: Ρωσική Πρωτοπορία, Σουπρεματισμός
Τεχνικές: Γκουάς, μελάνι και ακουαρέλα
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΡΓΟΥ
Κατά τις δεκαετίες του 1910 και του 1920 πολλοί Ρώσοι καλλιτέχνες της πρωτοπορίας άρχισαν να αναζητούν επισταμένα μια τέχνη που θα συνδύαζε ταυτόχρονα το νέο με το καθολικό. Το φως και το χρώμα, που από πολύ καιρό όριζαν το αισθητικό πεδίο ενός ασαφούς συμβολισμού, ερμηνεύονταν εκ νέου από την οπτική της ηλεκτρομαγνητικής και της ενέργειας. Το ενδιαφέρον του Ιβάν Κλιουν για τα χρώματα ξεκίνησε το 1916 και συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια της ζωής του. Διάβασε και συνόψισε το έργο Επιστήμη των χρωμάτων του Όστβαλντ και άλλα σύγχρονα βιβλία για τη θεωρία των χρωμάτων, ενώ, συχνά τα αναγνώσματά του αποτέλεσαν έμπνευση για τη ζωγραφική του και του άνοιξαν δρόμο για να διδάξει στα ΒΧΟΥΤΕΜΑΣ. Ο Κλιουν αντιμετώπισε από πολύ νωρίς το χρώμα και τα χρώματα της μπογιάς ως στοιχεία που θα πρέπει να εξετάζονται χωριστά, το καθένα σύμφωνα με τους κανόνες που το διέπουν. Θα μπορούσαν πλέον να «αποκτήσουν τη δική του υπόσταση» έγραφε, «να αναπτυχθούν ελεύθερα, και να αποκαλυφθούν σε μια Νέα Τέχνη του Χρώματος». Στα τέλη του 1917, στην έκθεση Βαλές Καρό, ο Κλιουν παρουσίασε σειρές πινάκων που αποτελούσαν 33 χρωματικές μελέτες, υπό τον τίτλο «Διερευνήσεις στο Χρώμα» (Iskaniia v tsvete). Οι πέντε σειρές που παρουσιάστηκαν διακρίνονταν σε συνθέσεις με ένα, δύο, τρία χρώματα, αλλά και πολύχρωμα στοιχεία.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Τα χρόνια 1881-1892 η οικογένεια του Ιβάν Βασιλιεβίτς Kλιούν (Kλιουνκόφ) (Μπολσίγιε Γκόρκι, περιοχή Ποκρόφσκι της επαρχίας Βλαντιμίρ, 1 Σεπτεμβρίου 1873 - Μόσχα, 13 Δεκεμβρίου 1943) ζούσε στην Ουκρανία. Το 1892-1893 ο Kλιούν εργάστηκε ως λογιστής σε εργοστάσιο ζαχάρεως στην επαρχία Βορόνεζ. Την περίοδο 1892-1896 έζησε στην Πολωνία, όπου και παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή για την Προώθηση των Τεχνών της Βαρσοβίας (1896). Το 1898 εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου εργάστηκε ως λογιστής και από το 1900 μαθήτευσε σε διάφορα εργαστήρια, ανάμεσα στα οποία και αυτό του Φιόντορ Ρέρμπεργκ (1903-1906), όπου συνάντησε τον Μαλέβιτς. Συμμετείχε σε διάφορες εκθέσεις στη Μόσχα, στην Πετρούπολη, στο Οριόλ και στο Kούρσκ. Την περίοδο 1914-1916 δημιούργησε σειρές ανάγλυφων και γλυπτών στο χώρο. Το 1915 υποστήριξε το σουπρεματισμό του Μαλέβιτς και τα χρόνια 1915-1916 συμμετείχε σε όλες τις μεγάλες εκθέσεις της πρωτοπορίας μεταξύ των οποίων στην Πρώτη Φουτουριστική Έκθεση Ζωγραφικής: Tραμ V (Πετρούπολη,1915), στην Τελευταία Φουτουριστική Έκθεση Ζωγραφικής: 0,10 (Πετρούπολη, 1915-1916), στην έκθεση Το Μαγαζί (Μόσχα, 1916) και στην έκθεση της ομάδας «Βαλές-Καρό» (Μόσχα,1916). Το 1918 ορίστηκε διευθυντής του Κεντρικού Γραφείου Εκθέσεων του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών του Λαϊκού Κομισαριάτου (IΖΟ NΑΡΚΟΜΠΡΟΣ), τα χρόνια 1918-1921 ήταν καθηγητής ζωγραφικής στα Ελεύθερα Κρατικά Καλλιτεχνικά Εργαστήρια (ΣΒΟΜΑΣ), στα Ανώτερα Κρατικά Καλλιτεχνικά και Τεχνικά Εργαστήρια (ΒΧΟΥΤΕΜΑΣ) και κατά την περίοδο 1920-1921 ήταν μέλος του Ινστιτούτου Καλλιτεχνικής Παιδείας (IΝΧΟΥΚ). Το 1919 συμμετείχε στην Πέμπτη Κρατική Έκθεση: Από τον Ιμπρεσιονισμό στη Μη-Αντικειμενική Τέχνη και στην Δέκατη Κρατική Έκθεση: Μη-Αντικειμενική Δημιουργία και Σουπρεματισμός στη Μόσχα. Στις δεκαετίες 1920-1930 δημιούργησε μια σειρά νεκρών φύσεων με γεωμετρικές φόρμες και χρωματικούς συνδυασμούς. Το 1922 παρουσίασε έργα του στην Πρώτη Έκθεση Ρωσικής Τέχνης στην «Γκαλερί βαν Ντίμεν» στο Βερολίνο. Κατά το διάστημα 1923-1930 σχεδίασε μια σειρά φουτουριστικών εκδόσεων και το 1925 στράφηκε στον πουρισμό. Το 1936 ζωγράφισε μία μνημειακή σύνθεση για τον προθάλαμο του Πανρωσικού Ερευνητικού Ινστιτούτου Αλιείας και Ωκεανογραφίας με τίτλο Η Ζωή στη Θάλασσα.