Μενου

Ηλεκτρικό κουτί

Παναγόπουλος Δανιήλ (1924-2008)

1968 | 43.5 x 59 εκ

Μεταξοτυπία, 31/100


Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

MCA.MMCA.C278

Δωρεά Μάγδας Κοτζιά


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΡΓΟΥ

Είδος έργου: Τύπωμα

Θέμα: Ανθρώπινη φιγούρα, Σύγχρονη τέχνη, Έργα τέχνης


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΡΓΟΥ

Το έργο «Ηλεκτρικό Κουτί» αποτελεί παράδειγμα, μια αποτύπωση σε μεταξοτυπία των έργων που δημιουργεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οπότε και συνθέτει ηλεκτρικά, οπτικοκινητικά έργα-κουτιά στα οποία εισάγει κομμένες χάρτινες ανθρώπινες φιγούρες. Το φως, άλλοτε αποκάλυπτε και άλλοτε βύθιζε στο σκοτάδι τα υπόλοιπα στοιχεία, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που κινούνταν στο πλαίσιο της οπτικής και κινητικής τέχνης, αφενός με τονισμένη την παιγνιώδη διάθεση και αφετέρου με φανερό το κριτικό σχόλιο στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

Ο Δανιήλ (Παναγόπουλος) γεννήθηκε το 1924 στον Πύργο Ηλείας. Ξεκίνησε αρχικά σπουδές στην Ιατρική (1943-1944), τις οποίες όμως γρήγορα εγκατέλειψε για να σπουδάσει ζωγραφική στην Α.Σ.Κ.Τ. με δάσκαλο τον Κ. Παρθένη (1944-1947). Το 1954, έχοντας αποσπάσει τριετή υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στη ζωγραφική και το ψηφιδωτό, μετέβη στο Παρίσι, όπου παρέμεινε και εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής του. Η παραμονή του στη Γαλλία, του έδωσε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τα σύγχρονα ρεύματα και κυρίως με την αφηρημένη τέχνη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 επεκτάθηκε σε έργα τριών διαστάσεων, κατά κύριο λόγο κατασκευές, ο ίδιο όμως συνέχισε να θεωρεί τον εαυτό του ζωγράφο. Χρησιμοποίησε καθημερινά, ευτελή υλικά, χαρτοκιβώτια για τη δημιουργία της περίφημης σειράς έργων «Κουτιά», τα οποία αποτέλεσαν σχόλιο του καλλιτέχνη για το ζήτημα της απεικόνισης και ειδικότερα του βάθους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 προτείνει ηλεκτρικά, οπτικο-κινητικά έργα, χρησιμοποιώντας ηλεκτρικός φως και εισάγοντας στα κουτιά του βέλη ή κομμένες χάρτινες ανθρώπινες φιγούρες. Το αποτέλεσμα, το οποίο είχε τονισμένη τη διάθεση παιχνιδιού, ήταν παράλληλα ένα κριτικό σχόλιο για τον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό. Τη δεκαετία του 1970 ο Δανιήλ επανήρθε στα επιτοίχια έργα. Χρησιμοποίησε χαρτόνια στην επιφάνεια των οποίων χάρασσε τομές με μαχαίρι, επιτρέποντας το «λευκό φως» του τοίχου να εισχωρήσει στη σύνθεση, ενώ παράλληλα ένα σύστημα χρωματικών υπογραμμίσεων ολοκλήρωνε τα σύνολα. Στη συνέχεια το χαρτόνι αντικαταστάθηκε από τη λινάτσα, η οποία σκιζόταν και ξεφτιζόταν. Το χρώμα σταδιακά ελαχιστοποιήθηκε, η δουλειά του όμως συνέχισε να δίνει έμφαση στη χειρονομία, τον ρυθμό, την κίνηση και τις τονικές διαβαθμίσεις του χρώματος. Πραγματοποίησε περισσότερες από είκοσι ατομικές εκθέσεις σε Παρίσι, Λονδίνο, Μαδρίτη, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πύργο κ.ά. Συμμετείχε σε πολλές ομαδικές εκθέσεις και σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις, όπως η Biennale Sao Paulo (1965), το Salon de Mai (Παρίσι, 1968-71), η Grands et Jeunes d' Aujourd'hui (Παρίσι, 1974-78), τα Ευρωπάλια (Βρυξέλλες, 1982), η Biennale Κωνσταντινούπολης (1992) κ.ά., ενώ η έκθεση που οργάνωσε ο Pierre Restany στη Βενετία με τίτλο «Τρεις προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική» στο πλαίσιο της Μπιενάλε του 1964 και περιελάμβανε τον Δανιήλ, τον Β. Κανιάρη και τον Ν. Κεσσανλή υπήρξε τομή για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Παράλληλα με το καλλιτεχνικό του έργο ασχολήθηκε με τη συγγραφή κειμένων και βιβλίων για τη σύγχρονη τέχνη. Πέθανε το 2008 στον Πύργο Ηλείας.